φεύγω

φεύγω
έφυγα
1. αμτβ., απομακρύνομαι γρήγορα, τρέπομαι σε φυγή, το βάζω στα πόδια, παίρνω δρόμο: Φεύγετε να φεύγουμε, τ' έρχεται ο τουρλόπαπας… (δημ. τραγ., δηλ. όπου φύγει, φύγει).
2. αναχωρώ, αποχωρώ, απομακρύνομαι, αποσύρομαι: Αύριο φεύγω για το Σιδηρόκαστρο.
3. διαφεύγω, ξεφεύγω, δραπετεύω, ξεγλιστρώ: Μου σκανταλίστη το κλουβί και μου 'φυγε τ' αηδόνι (δημ. τραγ.).
4. μτβ., απομακρύνομαι για να απαλλαγώ από κάτι κακό, αποφεύγω: Έφυγε τον κίνδυνο.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • φεύγω — flee pres subj act 1st sg φεύγω flee pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φεύγω — φεύγω, έφυγα βλ. πίν. 228 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • φεύγω — ΝΜΑ, και φεόγω Α 1. τρέπομαι σε φυγή, απομακρύνομαι γρήγορα κυρίως από φόβο ή επειδή μέ καταδιώκουν (α. «μόλις τόν είδε με το πιστόλι έφυγε» β. «βῆ φεύγων ἐπὶ πόντου», Ομ. Ιλ.) 2. αναχωρώ (α. «έφυγαν για ταξίδι τού μέλιτος» β. «Κῡρος μὲν τέθνηκεν …   Dictionary of Greek

  • φευξούμενον — φεύγω flee fut part mid masc acc sg (attic epic doric) φεύγω flee fut part mid neut nom/voc/acc sg (attic epic doric) φεύγω flee fut part mid masc acc sg (doric) φεύγω flee fut part mid neut nom/voc/acc sg (doric) φεύζω cry fut part mid masc acc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φεῦγον — φεύγω flee pres part act masc voc sg φεύγω flee pres part act neut nom/voc/acc sg φεύγω flee imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) φεύγω flee imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φεύγετον — φεύγω flee pres imperat act 2nd dual φεύγω flee pres ind act 3rd dual φεύγω flee pres ind act 2nd dual φεύγω flee imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φεύγετε — φεύγω flee pres imperat act 2nd pl φεύγω flee pres ind act 2nd pl φεύγω flee imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φεύγῃ — φεύγω flee pres subj mp 2nd sg φεύγω flee pres ind mp 2nd sg φεύγω flee pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεφευγμένον — φεύγω flee perf part mp masc acc sg (epic) φεύγω flee perf part mp neut nom/voc/acc sg (epic) φεύζω cry perf part mp masc acc sg (doric) φεύζω cry perf part mp neut nom/voc/acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεφευγότα — φεύγω flee perf part act neut nom/voc/acc pl φεύγω flee perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”